ScienceShop.gr ΧΗΜΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ - ΧΗΜΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 380 - ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ
ΧΗΜΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ Πρώτα σε πωλήσεις

Καλλιέργεια ελιάς. Εδαφολογικές και διαφυλλικές απαιτήσεις.


Γράφει ο Κολοβός Μάνθος, Γεωπόνος MSc


Η καλλιεργούμενη ελιά (Olea europaea L.) είναι αείφυλλο δένδρο που προέρχεται από τροπικά και υποτροπικά είδη και καλλιεργείται κύρια στις Μεσογειακές χώρες. Ανήκει στην οικογένεια Οleaceae, που διαθέτει 30 γένη, ενώ οι περισσότερες καλλιέργειες ελιάς ανήκουν στο είδος Οlea europaea L.

Καλλιέργεια ελιάς

Η ελιά αναπτύσσεται και καρποφορεί ακόμη και σε άγονα και ξηρικά εδάφη. Ωστόσο για να επιτευχθεί γρήγορη είσοδος στην παραγωγή, εύρωστη βλάστηση και ικανοποιητική καρποφορία υψηλής ποιότητας, πρέπει να εξασφαλίζεται γόνιµο, βαθύ και καλά αποστραγγιζόµενο έδαφος. Έτσι αναπτύσσεται και καρποφορεί καλά σε βαθιά αμμοπηλώδη εδάφη με καλή υγρασία και στράγγιση. Επιπλέον το pH του εδάφους είναι καλό να κυμαίνεται μεταξύ 6-8 και σε διαφορετικές περιπτώσεις να διορθώνεται είτε με κατάλληλα εδαφοβελτιωτικά είτε με αντίστοιχα λιπάσματα.
Οι ποσότητες των λιπασμάτων που θα απαιτηθούν εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες όπως είναι η υγρασία του εδάφους, η χημική και η μηχανική σύσταση του εδάφους, η ποικιλία, η ηλικία και η παραγωγικότητα των δέντρων κ.α. Επομένως ο κάθε παραγωγός πράττει ανάλογα με τις ανάγκες του ελαιώνα.
Κάθε χρόνο από τον ελαιώνα απομακρύνονται σημαντικές ποσότητες από τα κύρια θρεπτικά στοιχεία αζώτου, φωσφόρου και καλίου λόγω των αναγκών του φυτού για βλαστική ανάπτυξη και παραγωγή. Είναι φυσικό, όταν οι ποσότητες που απομακρύνονται είναι μεγαλύτερες από τις διαθέσιμες, να σημειωθεί μείωση στην παραγωγή εκτός και αν αυτά τα στοιχεία συμπληρωθούν. Αρχικά πρέπει να γίνει η αναπλήρωση των θρεπτικών στοιχείων που απομακρύνθηκαν με τη συγκομιδή και το κλάδεμα. Έχει διαπιστωθεί ότι κατά μέσο όρο 100 κιλά ελαιοκάρπου απομακρύνουν από το έδαφος περίπου 0,9κιλά Ν (άζωτο), 0,2 κιλά Ρ (φώσφορο), 1 κιλό Κ (κάλιο) και 0,4 κιλά Ca (ασβέστιο). Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι μια ποσότητα θρεπτικών στοιχείων δεσμεύεται στο έδαφος σε μη αφομοιώσιμη μορφή (Ρ και Κ) ή χάνεται με έκπλυση προς τα κατώτερα στρώματα του εδάφους (Ν).
Για την αναγνώριση των ελλείψεων των μακροθρεπτικών και μικροθρεπτικών στοιχείων, ο παραγωγός είναι απαραίτητο να κάνει ανάλυση εδάφους και φυλλοδιαγνωστική. Η ανάλυση του εδάφους χρειάζεται για να γνωρίζουμε τις φυσικές του ιδιότητες και να προσδιορίσουμε τις υπάρχουσες ποσότητες των θρεπτικών στοιχείων που υπαρχουν στο έδαφος. Οι δύο σημαντικοί παράμετροι είναι το pH του εδάφους και η περιεκτικότητα σε ασβέστιο που επηρεάζει το βαθμό απορρόφησης των λιπασμάτων. Η φυλλοδιαγνωστική ανάλυση γίνεται για τον προσδιορισμό των θρεπτικών στοιχείων των φύλλων της ελιάς σε συγκεκριμένο στάδιο του βλαστικού κύκλου. Η καλύτερη περίοδος για την λήψη δείγματος από το έδαφος είναι στις αρχές φθινοπώρου. Για την φυλλοδιαγνωστική, η κατάλληλη εποχή για να πάρουμε δείγματα είναι στο τέλος του χειμώνα, όπου σταθεροποιούνται οι τιμές των των στοιχείων στα φύλλα ελιάς.

Άζωτο
Το άζωτο είναι το σπουδαιότερο στοιχείο και επηρεάζει άμεσα τόσο τη βλάστηση όσο και την καρποφορία. Ανάλογα με την γονιμότητα του εδάφους και την εδαφική υγρασία, συνίσταται ετήσια εφαρμογή αζώτου 500-1500 γρ Ν ανά δέντρο ή 5-15 κιλά ανά στρέμμα. Σε ξηρικούς ελαιώνες για την χορήγηση της αζωτούχο λίπανσης παίζει σημαντικό ρόλο η ετήσια βροχόπτωση και η εδαφική υγρασία. Έτσι σε περιοχές με μέση ετήσια βροχόπτωση λιγότερο από 400mm, προτείνεται χορήγηση 100γρ Ν ανά δέντρο ανά 100mm βροχής (1κιλό Ν ανά στρέμμα ανά 100mm βροχής). Σε περιοχές με μέση ετήσια βροχόπτωση 400-700mm, προτείνεται η ποσότητα αζώτου να αυξάνεται αναλογικά μέχρι 1500γρ Ν ανά δέντρο. Σε περιοχές με μέση ετήσια βροχόπτωση πάνω από 700mm ή ποτιστικούς ελαιώνες, προτείνεται η ποσότητα αζώτου να φτάσει τα 1500γρ ανά δέντρο. Η διόρθωση του αζώτου επιτυγχάνεται είτε παρακολουθώντας το μήκος της ετήσια βλάστησης είτε με τη φυλλοδιαγνωστική. Τα επιθυμητά όρια περιεκτικότητας των φύλλων σε άζωτο μέσα στο χειμώνα πρέπει να κυμαίνονται μεταξύ 1,6-1,8% (>1,2) (πηγή 1) και το πιο σημαντικό είναι ότι τα δέντρα πρέπει να έχουν το απαιτούμενο άζωτο από τις αρχές Μαρτίου έως τον Ιούνιο, όπου γίνεται η διαφοροποίηση των οφθαλμών. Πολύ σημαντικό επίσης είναι ο παραγωγός να αποφύγει τις υπερβολικές ποσότητες αζώτου διότι μπορεί να οδηγήσουν είτε σε βλαστομανία είτε σε υπερβολικό φορτίο με αποτέλεσμα μικροκαρπία. Αντίθετα η ανεπάρκεια αζώτου και μετά την καρπόδεση θα δώσει καλό μήκος νέας βλάστησης και ικανοποιητική καρποφορία την επόμενη χρονιά. Η έλλειψη αζώτου οπτικά διαπιστώνεται από το μειωμένο μήκος της βλάστησης και το ανοιχτό πρασινοκίτρινο χρώμα των φύλλων που ανάλογα με την ένταση της έλλειψης μπορεί να είναι μικρότερα από το φυσιολογικό μέγεθος και να σημειωθεί φυλλόπτωση. . Επίσης παρατηρείται µη κανονική ανάπτυξη των θηλέων ανθέων (πηγή 2:Μετζιδάκης, 2006). Τροφοπενία αζώτου της ελιάς στο στάδιο της καρπόδεσης οδηγεί στο σχηματισμό ατελών ανθέων, δηλαδή ανθέων που περιέχουν ανεπτυγμένους μόνο τους στήμονες και όχι τον ύπερο (μη κανονική καρπόδεση). Έτσι ο ύπερος δεν μπορεί να γονιμοποιηθεί και ν’ αναπτυχθεί σε καρπό.
Η εφαρμογή των αζωτούχων λιπασμάτων στον κατάλληλο χρόνο μπορεί να βοηθήσει σημαντικά στη μείωση των απωλειών προς το περιβάλλον. Οι υψηλές ή χαμηλές απώλειες εξαρτώνται από τις εδαφοκλιματικές συνθήκες κάθε περιοχής. Η έκπλυση των νιτρικών παρατηρείται σε ελαφρά εδάφη και σε περιοχές με υψηλές βροχοπτώσεις. Οι απώλειες Ν προς την ατμόσφαιρα με μορφή αμμωνίας παρατηρείται σε εδάφη με υψηλό ανθρακικό ασβέστιο και όταν ακολουθεί θερμή και ξηρή περίοδος από την χορήγηση αζωτούχων λιπασμάτων. Επίσης απώλειες αζώτου προς την ατμόσφαιρα παρατηρούνται όταν υπάρχουν συνθήκες κορεσμού στο έδαφος με νερό. Γι’αυτό είναι σημαντικός ο ρόλος της οργανικής ουσίας στο έδαφος γιατί βοηθά στην αύξηση των αποθεμάτων οργανικού Ν στο έδαφος, στη μείωση των απωλειών και βελτιώνει τη γονιμότητα και τη βιολογική δραστηριότητα των εδαφών. Η αύξηση της οργανικής ουσίας επιτυγχάνεται με την ενσωμάτωση χωνεμένης κοπριάς, κομπόστ, φύκια της θάλασσας καθώς και με χλωρή λίπανση δηλαδή την καλλιέργεια σιτηρών και ψυχανθών και ενσωμάτωση τους στο έδαφος.
Πολύ κρίσιμες περίοδοι κατανάλωσης αζώτου από το δέντρο είναι:
1. Από την έναρξη σχηματισμού νέας βλάστησης (Φεβρουάριο – Μάρτιο) έως και την καρπόδεση (Μάιο),
2. Στάδιο ξυλοποίησης ενδοκαρπίου.
Τις παραπάνω περιόδους η ελιά πρέπει να είναι επαρκώς εφοδιασμένη με άζωτο.

Φώσφορος
Η έλλειψη φωσφόρου σε έναν ελαιώνα δεν είναι συνηθισμένη και επομένως η φωσφορική λίπανση δεν είναι πάντα αναγκαία. Έτσι δεν είναι αναγκαία η χορήγηση φωσφόρου σε ελαιώνες που στο παρελθόν έγινε άφθονη φωσφορική λίπανση πριν την εγκατάσταση των δένδρων και σε ελαιώνες που λόγω μη επαρκούς εδαφικής υγρασίας δέχονται μόνο μικρές ποσότητες αζώτου. Ωστόσο η φωσφορική λίπανση είναι αναγκαία σε ελαιώνες που δεν χορηγήθηκαν στο παρελθόν φώσφορο όπως σε δένδρα που καλλιεργούνται σε όξινα εδάφη και σε εδάφη με υψηλή περιεκτικότητα σε ανθρακικό ασβέστιο.
Η ποσότητα του φωσφόρου μπορεί να προσδιοριστεί με την ανάλυση του εδάφους και τη φυλλοδιαγνωστική. Τα επιθυμητά όρια περιεκτικότητας των φύλλων σε φώσφορο το χειμώνα είναι 0,09-0,11%(πηγή 1) και άρα η προσθήκη του είναι απαραίτητη όταν η περιεκτικότητα είναι κάτω από 0,07%. Όταν χρειάζεται να προστεθεί φώσφορική λίπανση, θα πρέπει να μην υπερβαίνει το 1/3-1/5 της ποσότητας του αζώτου που προστίθεται. Εάν για παράδειγμα προστίθεται 1kg N ανά δένδρο (π.χ 5 κιλά θειική αμμωνία), η ποσότητα Ρ δεν πρέπει να υπερβαίνει τα 200-350γρ ανά δένδρο (1-1,7 κιλά υπερφωσφορικού 0-20-0). Προτείνεται να προστεθούν 500γρ φωσφόρου ανά δένδρο (2,5 κιλά υπερφωσφορικού 0-20-0) ανά διετία. Για περιπτώσεις έντονης ανεπάρκειας φωσφόρου προτείνεται 4-5 κιλά Ρ ανά δέντρο για δέντρα πλήρους ανάπτυξης. Για νεαρά ελαιόδενδρα που είναι πιο ευπαθή στην τροφοπενία φωσφόρου, χορηγείται μικρότερη ποσότητα 1-8 κιλά ανάλογα με την ανάπτυξη και την ηλικία των δένδρων. Η εµφάνιση συµπτωµάτων έλλειψης Ρ φαίνεται να συνδέεται µε αυξηµένη περιεκτικότητα των φύλλων σε Ν. Το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα της έλλειψης φωσφόρου είναι μια ακανόνιστη χλώρωση των φύλλων (ξεκινά από την κορυφή των φύλλων και επεκτείνεται προς τη βάση) (πηγή 2:Μετζιδάκης, 2006) που όμως δεν αποτελεί ασφαλής διάγνωση γιατί μπορεί να συνδέεται και με άλλα αίτια. Ασφαλής διάγνωση μπορεί να γίνει μόνο με αναλύσεις εδάφους και φύλλων προκειμένου να αποφεύγεται η άσκοπη χρήση φωσφορικών λιπασμάτων.

Κάλιο
Το κάλιο είναι πολύ σημαντικό στοιχείο για τα ελαιόδεντρα. Είναι απαραίτητο για να έχει ο παραγωγός καλή καρποφορία, υψηλή παραγωγή, αύξηση της ελαιοπεριεκτικότητας καθώς και αντοχή σε παγετό και μυκητολογικές ασθένειες. Μεγάλες ποσότητες καλίου απομακρύνονται από το έδαφος με τη συγκομιδή των καρπών και το κλάδεμα, ιδιαίτερα σε χρονιές με υψηλή καρποφορία. Άρα για μέγιστη παραγωγή και άριστη ποιότητα, η ελιά χρειάζεται τακτική καλιούχο λίπανση και ιδιαίτερα σε ελαιώνες όπου δεν έχει εφαρμοσθεί προσθήκη καλίου τα τελευταία χρόνια. Η ποσότητα του καλίου που θα χορηγηθεί, θα εξαρτηθεί από την ποσότητα του αζώτου. Η περιεκτικότητα των φύλλων σε Κ µειώνεται σηµαντικά µε την αύξηση της λίπανσης Ν λόγω της αυξηµένης ανάπτυξης των δέντρων και της αύξησης της παραγωγής ελαιοκάρπου, αλλά και σαν συνέπεια του ανταγωνισµού µεταξύ του Κ και ορισµένων αζωτούχων λιπασµάτων στο έδαφος. Η µείωση αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανή σε περιπτώσεις έλλειψης καλίου στο έδαφος. Πρέπει εποµένως, να αποφεύγονται οι υπερβολικές λιπάνσεις µε N και να λαµβάνεται µέριµνα για την εξισορρόπηση της λίπανσης µε Κ µε την αζωτούχο λίπανση. Η περιεκτικότητα των φύλλων σε Κ επηρεάζεται σηµαντικά και από την παρουσία Ca και Mg αλλά και από την ηλικία των φύλλων (εποχή της δειγµατοληψίας), τις συνθήκες άρδευσης, το ύψος της παραγωγής κ.λπ., παράγοντες που πρέπει να λαµβάνονται υπόψη κατά την ερµηνεία των αποτελεσµάτων της φυλλοδιαγνωστικής.

Σε ελαιώνες, στους οποίους στο παρελθόν δεν έγινε καλιούχος λίπανση, καλό είναι για μερικά χρόνια να δοθεί κάλιο σε ποσότητα διπλάσια από το χορηγούμενο άζωτο. Αν για παράδειγμα χορηγείται 0,5 κιλό Ν/δένδρο (2,5 κιλά θειϊκή αμμωνία) τότε θα πρέπει να δοθεί 1 κιλό Κ/δένδρο (2 κιλά θειϊκό κάλιο). Στη συνέχεια, μειώνουμε την ποσότητα του καλίου στη δόση συντήρησης, η οποία είναι ίση με τη δόση του αζώτου (Κ=Ν). Αν σύμφωνα με τη φυλλοδιαγνωστική ανάλυση το Κ στα φύλλα κυμαίνεται 0,7-0,9% (πηγή 1)και άνω τότε δεν συνιστάται χορήγηση του. Μετά από χρονιές πολύ υψηλής καρποφορίας, καλό είναι να αυξήσουμε πάλι τη δόση του καλίου για συμπλήρωση των αποθεμάτων των ελαιόδενδρων.
Τα συµπτώµατα της τροφοπενίας καλίου συνήθως είναι χλώρωση, µε απόχρωση ορείχαλκου, και ξήρανση της κορυφής του ελάσµατος των φύλλων. Στα προχωρηµένα στάδια της τροφοπενίας παρατηρείται επίσης έντονη µικροφυλλία, µικρή βλάστηση, απογύµνωση και αποξήρανση κλαδίσκων και σηµαντική μείωση της παραγωγής. Παρόµοια συµπτώµατα όµως, προκαλούνται στην ελιά και από άλλες αιτίες. Κατά συνέπεια η διάγνωση, της τροφοπενίας Κ, µόνον από τα ορατά συµπτώµατα, δεν είναι πάντα ασφαλής. Η φυλλοδιαγνωστική μπορεί να μας κατευθύνει καλύτερα και στην περίπτωση της καλιούχου λίπανσης. (πηγή 2:Μετζιδάκης, 2006)

Βόριο
Το βόριο είναι ένα κρίσιμο ιχνοστοιχείο για την ανθοφορία και την καρπόδεση της ελιάς. Η έλλειψη βορίου παρατηρείται τόσο σε νεαρά όσο και σε αιωνόβια δένδρα και δημιουργεί προβλήματα αποθεμάτων σε άζωτο και κάλιο. Αρχικά παρατηρείται χλώρωση του ακραίου τµήµατος των φύλλων, πλάτυνση της κορυφής, φύλλα µικρότερα του κανονικού και προοδευτική φυλλόπτωση που αρχίζει από την κορυφή των νεαρών βλαστών και (σε προχωρηµένο στάδιο) ξήρανση κλαδίσκων. Τα συµπτώµατα στα νεαρά φύλλα πρωτοεµφανίζονται τον Ιούλιο ή δε φυλλόπτωση αρχίζει από το φθινόπωρο. Έτσι, δένδρα που υποφέρουν από έλλειψη βορίου φαίνονται από απόσταση σαν χλωρωτικά ενώ καθυστερούν σημαντικά την έναρξη της νέας βλάστησης την άνοιξη. Φύλλα από δένδρα που πάσχουν, περιέχουν βόριο λιγότερο από 20 ppm, ενώ φύλλα από φυσιολογικά δένδρα περιέχουν βόριο πάνω από 20 ppm (επί ξηρού βάρους) με επιθυμητή περιεκτικότητα 20-50ppm(πηγή 1). Η ασφαλής διάγνωση όµως της έλλειψης βορίου είναι δυνατή µόνο µε την ανάλυση των φύλλων, αφού συµπτώµατα όµοια µε εκείνα της τροφοπενίας βορίου, προκαλούνται και από την έλλειψη άλλων στοιχείων ή και σε άλλα αίτια (πηγή 2:Μετζιδάκης, 2006). Για τη προσθήκη Β στο έδαφος προτείνεται 300-500 g βόρακα ανά δένδρο πλήρους ανάπτυξης κάθε 3- 5 έτη ή οταν βρίσκεται σε έλλειψη, ενώ σε νεότερα δένδρα χορηγούνται μικρότερες ποσότητες (10 g ανά έτος ηλικίας από την στιγμή φύτευσης στο χωράφι). Για ταχύτερη αντίδραση των δένδρων μπορεί να χρησιμοποιηθεί και η υδατοδιαλυτή μορφή του βορίου με διαφυλλική εφαρμογή ή μέσω του δικτύου άρδευσης αν υπάρχει (πηγή 3:Gregoriou et al., 2010).

Ασβέστιο
Η ελιά είναι αρκετά ευαίσθητη στη χαμηλή περιεκτικότητα Ca. Τα συμπτώματα που παρατηρούνται είναι όμοια με εκείνα της τροφοπενίας Β δηλαδή χλώρωση στα ακραία τμήματα των φύλλων με τη διαφορά ότι εμφανίζεται λεύκανση των νεύρων στα χλωρωτικά τμήματα. Ωστόσο η τροφοπενία Ca δεν είναι συνηθισμένη και παρατηρείται κυρίως σε εδάφη που είναι φτωχά σε ασβέστιο και σε συχνή χρήση λιπασμάτων που μειώνουν το pH, όπως η θειϊκή αμμωνία. Στα φύλλα η έλλειψη ασβεστίου μπορεί να οφείλεται στην υψηλή συγκέντρωση Mg (μαγνησίου).
Αναλύσεις εδάφους και φύλλων
Για τον καθορισμό του προγράμματος λίπανσης είναι σημαντική η γνώση των βασικών χαρακτηριστικών του εδάφους. Τα στοιχεία που πρέπει να λαμβάνει ο επιβλέπων γεωπόνος, σχετικά με τις ιδιότητες του εδάφους, είναι το pH και το ολικό ανθρακικό ασβέστιο. Αυτοί οι δύο παράμετροι είναι σημαντικοί για τον καθορισμό του τύπου των αζωτούχων λιπασμάτων που θα εφαρμοσθούν. Έτσι σε εδάφη με pH>7 και αρκετό CaCO3 προτιμάται η χρήση της θειϊκής αμμωνίας, ενώ σε εδάφη με pH κάτω από 7 και χαμηλό ασβέστιο προτείνεται η χρήση ασβεστούχου νιτρικής αμμωνίας. Εποµένως, η γνώση του pH βοηθά στη διάγνωση των αιτιών σε περιπτώσεις έλλειψης κάποιων στοιχείων. Σε εδάφη µε υψηλό CaCO3 οι απώλειες των αµµωνιακών λιπασµάτων είναι πολύ µεγαλύτερες, γεγονός που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στον καθορισµό της λίπανσης και τον υπολογισµό των αναµενόµενων απωλειών σε Ν. Όταν το pH είναι γύρω στο 5 ή χαµηλότερο και εντοπίζονται και προβλήµατα έλλειψης Ca στα φύλλα ενδείκνυται η ασβέστωση του εδάφους. Επίσης όταν οι αναλύσεις φύλλων δείχνουν προβλήµατα θρέψης σε άλλα στοιχεία, που πιθανότατα σχετίζονται µε ακραίες τιµές pH πρέπει να ληφθούν µέτρα για τη βελτίωση του pH του εδάφους. Όσο αφορά την ηλεκτρική αγωγιµότητα του εδάφους σχετίζεται άµεσα µε τη χρήση αλατούχου νερού άρδευσης. Σε περιπτώσεις υψηλής αγωγιµότητας του εδάφους, πρέπει να αποφεύγεται η χρήση λιπασµάτων που θα επιδεινώσουν το πρόβληµα της αλατότητας, όπως π.χ. το KCl. Σε ελαφρά εδάφη οι απώλειες λόγω έκπλυσης είναι αυξηµένες. Η αζωτούχος λίπανση απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, ενώ πρέπει να λαμβάνονται επιπλέον µέτρα όπως η αύξηση της οργανικής ουσίας του εδάφους, η µετακίνηση της ηµεροµηνίας εφαρµογής προς το τέλος των βροχοπτώσεων, η τµηµατική εφαρµογή του αζώτου, η χρήση της υδρολίπανσης κλπ.
Γενικά είναι καλό να έχουµε µια γενική άποψη για τη συγκέντρωση των θρεπτικών στοιχείων στο έδαφος. Η φυλλοδιαγνωστική είναι πολύ πιο χρήσιµη σαν εργαλείο για τις δενδρώδεις καλλιέργειες, γιατί αντανακλά τη δυνατότητα των φυτών να απορροφήσουν συγκεκριµένα στοιχεία υπό τις υπάρχουσες εδαφοκλιµατικές συνθήκες. Η ανάλυση των φύλλων είναι η μέθοδος που μας δείχνει τη θρεπτική κατάσταση του δέντρου. Τα φύλλα του δείγματος για την ανάλυση πρέπει να λαμβάνονται από βλαστούς του τρέχοντος έτους, χωρίς καρπούς, στο μέσο της κόμης του δένδρου (πηγή 3:Gregoriou et al., 2010). Η σωστή δειγµατοληψία των φύλλων αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για τη σωστή εφαρµογή της φυλλοδιαγνωστικής.

Πηγές
1.Γαβαλάς, Ν.Α., 1978. Η ανόργανη θρέψη και η λίπανση της ελιάς.
2. Μετζιδάκης, Ι., Ε.Θ.Ι.Α.Γ.Ε. – Ινστιτούτο Ελιάς και Υποτροπικών Φυτών, Εφαρμογή Συστήματος Ολοκληρωμένης Διαχείρισης στην Ελαιοκαλλιέργεια, στα πλαίσια του ΚΑΝ 2080/05, 2006, 32-46
3. Gregoriou, K., Mohamed, E.K., Οlive GAP Manual, Good agricultutal practices for the near east & north Africa countries, Cairo, Fertilization, 2010

 facebook messenger live chat
mobile facebook messenger live chat